‘’Ήτανε ένα παιδί και κάτω από το κρεβάτι του
πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους, άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
Κι έλεγε ο ένας: "Να τον πάμε στα βουνά, να τον κάνουμε ληστή."
Κι έλεγε ο άλλος: "Να του βγάλουμε τα μάτια, να τον κάνουμε τσιγγάνο βιολιτζή."
Κάθε νύχτα το παιδί, τρελό απ’ το φόβο του, μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους, τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
Κι εκείνη το ‘παιρνε, και το χάιδευε, το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
Ήτανε ένα παιδί και κάτω από το κρεβάτι του πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές...’’
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους, άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
Κι έλεγε ο ένας: "Να τον πάμε στα βουνά, να τον κάνουμε ληστή."
Κι έλεγε ο άλλος: "Να του βγάλουμε τα μάτια, να τον κάνουμε τσιγγάνο βιολιτζή."
Κάθε νύχτα το παιδί, τρελό απ’ το φόβο του, μες από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους, τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
Κι εκείνη το ‘παιρνε, και το χάιδευε, το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
Ήτανε ένα παιδί και κάτω από το κρεβάτι του πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές...’’
Γ. Παυλόπουλος
Είχε
περάσει καιρός τελικά. Κι ο χρόνος άνεμος. Φυσάει , θεριεύει , αναστατώνει ,
σηκώνει τα πάντα στο πέρασμα του και συ μένεις εκεί. Κρατιέσαι όσο καλύτερα
μπορείς . ίσα ίσα να επιβιώσεις κι ύστερα μαζεύεις ότι απέμεινε…και ξανά…και ξανά…ξανά.
Είναι
και κείνες οι στιγμές που το σκοτάδι σπάει σα να περνά μια δέσμη φώς μέσα απ’
τις περσίδες. Τι κι αν φυσαει , αν βρέχει , αν θαλασσοπνίγεσαι.
Σαν
οι αλυσίδες γεννήσουν φτερά – τίποτα δε σταμάτα το πέταγμα τους. Κι ο άνεμος ,θαρρείς
κυριεύεται , ημερώνει , γιατί έχει δύναμη το φως. Δίνει δύναμη το φως.
Μια
τέτοια βραδιά είναι η αποψινή. Βράδυ δύναμης και φωτός. Ένα όνειρο με άρωμα
Μεσογείου. Σήμερα οι αλυσίδες του σήμερα , του τώρα έσπασαν. Απόψε απλά
πεταγες… Εγώ είχα όμορφο ταξίδι. Ξεκίνησα από Ισπανία , πήγα Ιταλία , μια στάση
Σαρδηνία και τέλος Καραϊβική.
Κι
είχα όμορφη παρέα , παρέα παντοτινη. Μου κλεισε και το μάτι ο Χατζιδάκις…ναι
ναι! Αλήθεια! Αντίκρισα τις αποχρώσεις της Λιλιπούπολης. Όμορφα ήταν… ειδά
χρώματα , τόπους , πολιτείες – ξεχασμένες αγάπες και ανομολόγητα πάθη.
Σπουδαία
φωνή , μοναδική χροιά , ιδιαίτερη παρουσία. Η Σαβίνα Γιαννάτου δεν έκανε τίποτα
σήμερα. Απλά , γέμισε ένα θέατρο , έφερε την παρέα της και μας έπιασε απ το
χέρι. Αποφάσισε να πάμε ταξίδι και το κάναμε. Κάθε ανασα και μια εξομολόγηση.
Πόνος , δάκρυα , πίκρα και χαμογελα. Όλα υπήρχαν σε έναν ψίθυρο ,μια μελωδία
και σε νότες που λίγες φωνές αγγίζουν.
Ανατριχιαστική
παρουσία. Δύο ώρες προγράμματος άφηναν την αίσθηση 40λεπτου προγράμματος και
απλά ήθελες κι άλλο – κι άλλο.
Ολάκερη
η βραδιά ήταν μια απτή απόδειξη πως όλα είναι δυνατά. Όνειρα και επιθυμίες δεν
παγώνουν μπροστά σ’ εμπόδια και δυσκολίες… Πιάνο, φλάουτο ,κλαρινέτο μαντολίνο,
βιολί, κιθάρα, κόντρα μπάσο και ντραμς . Εξαίρετοι μουσικοί – δικά μας παιδιά –
σε ενορχήστρωση του κ. Μπουφίδη ανέδειξαν την αξία του ωδείου τους με τη
μουσική τους. Γιατί για δύο ώρες έφυγε η στάχτη απ’ τις ζωές και ανασάναμε
ξανά.
Σε
μια όμορφη βραδιά που όλα ήταν δυνατά – ακόμα και στον ομφαλό της Ελλάδας…ακόμα
και εδώ.
Φωτογραφία : Γιάννης Κουλλιάς
